δανειοδοτώ

формы словаβ
δανειοδοτώ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δανειοδοτώ? —


σιτοπαραγωγόςτρίδυμαδιαρροήμελισσοτροφικόςσυνεσταλμέναφάρυγξψεκασμόςομογνωμοσύνηεκπλήσσωαπέλασηρήγαινααιματόβρεχτοςανάλογοεξάγνισηαριστεροχέρηςστρουθοκαμηλίζωσαράντισμαδαιμονολογίαεπάρατοςπολυξάκουστοςτζαμόπορτα
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit