θωράκιο

формы словаβ
θωράκιο
το 1) парапет;
2) мор. Марс



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово парапет? — θωράκιο
как на (ново)греческом будет слово Марс? — θωράκιο
как с (ново)греческого переводится слово θωράκιο? — парапет, Марс


διάμασχαευλογιώδενδροκομίαφυσιοθεραπείαψυχοδιανοητικόςσπάρτοέμμηνακοινολογώανοτιμητικόςχαρτογράφησηγεωθερμίασκιαγράφησηπαλαιογραφικόςχρεωκόποςγραμμογραφώαλφαβητικόςοδοντόκονιςκουνούπιβοτανολογικόςροϊτόμικροβισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit