χρηματιστηριακός

формы словаβ
χρηματιστηριακός
биржевой;
          ~ές πράξεις (συναλλαγές, αξίες) — биржевые операции (сделки, фонды) ;
          ~ή κερδοσκοπία — биржевая игра



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово биржевой? — χρηματιστηριακός
как с (ново)греческого переводится слово χρηματιστηριακός? — биржевой


κοράλλιορειχαλκουργόςδακτύλιοςκαμπανέλλισκαλωσιάελάχισταφοινομενικόςοζοντισμόςάρχονταςβελονάκιμηδαμινότηταακροτελεύτιοναποφασίζωλιμπρέττοάκριαβιοτεύωψηφιδωτόςρεπερτόριοαδιάλειπτοςπανηγυρτζίδικοςαθάμαχτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit