Θεοκυήτωρ

формы словаβ
Θεοκυήτωρ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово Θεοκυήτωρ? —


εκπεσμόςπεσιάγυναίκήσιοςανακτορικόςβελέντζασκαπτόςκοσμηματογράφοςαξεσκέπαστοςαμεταπούλητοςμπαμπακοχώραφοαφιλοπατρίαπεφυσιωμένοςτζιγεροσαρμάςτσαμπουκαλίδικατελωνείοτουλούμιασμαχρυσοπράσινοςφρενιτιώδηςαμπελότοποςμεράκιφεσάς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit