γιγαντώνομαι

формы словаβ
γιγαντώνομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово γιγαντώνομαι? —


λιποθύμισμαβομβαρδιστικόςημίπτωτοςτρισμύριοιδροσόςγεφυρόστρωσηανώνυμοςεξοικείωσηπαχύμετρονερομπούκαλοπερήφανοςκαρβουνιάρικομασκάρεμαστατικόςαποψεσινόςθαυματούργημαπύρωσηανάγυρτοςαντευεργέτημαβαθύφωνοψόφιος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit