αναπαλαιωμένος

формы словаβ
αναπαλαιωμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αναπαλαιωμένος? —


καθιερωμένατσίρλαλουστικάμέτριααμόνωακριβοτάιστοςγιουσουρούμημερεύωμελομακάρονοαπογερνώμουστάκιφυγάδαςσαρκαστικόςσακχαρουρίατανύζομαιγελιέμαικατάγωπεδικλώνομαιδιαστρέβλωσηγήραςξεχείλωμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit