ανοιχτοκαρδίζω

формы словаβ
ανοιχτοκαρδίζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανοιχτοκαρδίζω? —


νοτάριοςτμηματάρχηςυδατομιγήςπαπαδοκρατίακαταλυτικόςδιαγουμίστραομοκεντρικότηταευφορίασυχωριανήζωηφόροςένδικοςφύλλωσιάυπόθεμαεναπόθεσηκαθέδρακαματερήχρονογραφίακουρμαδιάαισθητότηςκόπρισμαλαφράδα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit