βδομαδιάτικο

формы словаβ
βδομαδιάτικο
το недельный заработок



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово недельный заработок? — βδομαδιάτικο
как с (ново)греческого переводится слово βδομαδιάτικο? — недельный заработок


Προμηθέαςμειονοτικόςψιαθοπλόκοςδιακυβερνητικόςυδρογονούχοςεπαυχένιοςκοπανιστόςαλησμονιάρηςυδροδοτούμαιθρησκευτικάεξυάλωσιςθησαορόςχαλυβδώνωκαλαίσθητοςμπατσίζωλατέρναψεύτηςδιαρρηκτικόςξύστροαπαπούτσωτοςθαμπουλίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit