ασφάλιστ|ος

формы словаβ
ασφάλιστ|ος
II незастрахованный;
          έχω τό σπίτι ~ο — [phrase]мой дом не застрахован[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово незастрахованный? — ασφάλιστος
как с (ново)греческого переводится слово ασφάλιστος? — незастрахованный


καλαθιάαυτοκαλλιεργούμαιπολυκύμαντοςμυθογράφοςφαλάκραςεξαρτώκυτιοποιόςσφυρίχτραχρυσορραπτικόςπαλιόκορμοταχυβολίαμαγκόπαιδοολόγεροςημίκλιντοςαποτρογίασηοψιγαμίαπηγαίοςδιακέντητοςμωομεθανικόςποζιτιβισμόςπυριτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit