βλεφαρικός

формы словаβ
βλεφαρικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βλεφαρικός? —


υπόσκληροςπερίσχεσιςβάθαιμαεκθεσμονπρόσθιοςαυθομολογούμενοςφυλληρεφήςξαγοράρηςευωχίαπετροχελίδονομηναλλάγιαφετιχισμόςμηνολόγιογεροντικόςγονυκλυσίαμαμμόθρεπτοςχώλβυθοκορώσυγκυβέρνησηκανορινύαντιπαροχή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit