δέκτης

формы словаβ
δέκτης
ο приёмник (аппарат);
          ~ αποστάσεων — дальномер



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово приёмник? — δέκτης
как с (ново)греческого переводится слово δέκτης? — приёмник


ευχαρίστωςερέβινθοςδημοκρατικόςτουμπανιάζωανακόλλισταφιδεργοστάσιοανθρωπάκηςσφαγιασμόςναυλομεσίτηςσμήριγξεκχώνωμερικόγουρλωτόςαρίθμησηεπίγνωσηπουκάμισοψιμυθιώνομαινοματίζωάσβόληαλεποφωλιάμελισσουργός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit