υπακτικό

формы словаβ
υπακτικό



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово υπακτικό? —


βιβλιοθηκάριοςαναλιγώνομαινταβάνιάπαθοςενενηκονταετίακονδολομάχαιροσειριάμυσαρότηταξυσιματιάσαπουνόχωμαδιερεθίζωπρακτικάεξωγκωμένοςισοβίτισσαανικανοποίητοςμίλλιονυαλοθέτηςαριστερόστροφοςψιθυρίζωσελεμιίζωπασσάλωσις




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit