περιδρομόχορτο

формы словаβ
περιδρομόχορτο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово περιδρομόχορτο? —


στενογράφημααίσφυρηλατήσιμοςχειριστικόςπρόρρησηκοινοτοπίααντιφεμινιστικόςδιαφιλονικούμενοςπείραμαπαρακύλημακρέντιτομπετονόκαρφοενδοθήλιοναποθεούμαιχαλκόδετοςοκτακισχίλιοιβασιλόπιτταπάλλωξυπολάωαντιπρότασιςελαφοκτόνος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit