στειφτήρι

формы словаβ
στειφτήρι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово στειφτήρι? —


αυτοκινητέλαιοπλεονεκτικότηταδασώδηςθαυματουργόςτρυφηλότητασφυγμομανόμετρογούρλιασμαεχίνοςχορομανίαπαραλήπτριαΔεκέβρηςσπηλαιώδηςπαπουτσώνωφοινικοβάλανοςαλληλοδεσμεύομαικόκκοτοςανοιγοσφαλώγιουβετσάδααρνόγλωσσοαιθερόδρομοςαναπαραγωγός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit