ανεξαρτητοποιούμαι

формы словаβ
ανεξαρτητοποιούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανεξαρτητοποιούμαι? —


μέθεξηαποκατεστημένοςπερισποόδαστοςαποβιταμίνωσηακαταλόγιστοςΦιλλανδόςαυτοθελήςκρέβατοςπροωστήρδεκάτισηκοπανατζούδοκουμέντοπαλαιστήςπίλοςαποχαιρετιέμαιφυλογένειαμεσημέριασμαετεροθαλήςακοντίστριαπριγκιπικόςαντωθούμαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit