ψυχολογούμαι

формы словаβ
ψυχολογούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ψυχολογούμαι? —


πασπάλιεβραίικοςαπανωτόςαπονεκρώνωδιαπίστευσηκηπευτόςτετραμηνιαίοςσυγχαρητήριοςδιαβοώδυσκαμψίατσαγκαροδευτέρααποσαρκώνωαπόφανσηυγρόληκτοςγλυκολάλημακοσμίωςπαθιάζομαιλεηλατημένοςενδοσκοπίαεπιρρεπήςκουφιοκεφαλάκης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit