διεκδικούμενος

формы словаβ
διεκδικούμενος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διεκδικούμενος? —


αγγλιστίσυλλογισμόςξετύλιχτοςοστρακόδερμοςεπτάμηνοναναγεννημένοςαστερωμένοςΆραβαςεπάνωακράτωςζωοκλέπτηςκατακλυσμιαίοςνομοθετώσυμβολίζωαριάεαρινόςευαγέςσαξοφωνίστριαζεύξιμογαγγλιακόςμονοπρόσωπος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit