χρησιμοθηρικός

формы словаβ
χρησιμοθηρικός
утилитаристский



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово утилитаристский? — χρησιμοθηρικός
как с (ново)греческого переводится слово χρησιμοθηρικός? — утилитаристский


καλαμαράςπροσοδοφόροσυνθέτηςρέλιΕπτανήσιοςεκτελεστήριονρετσινάτομαντατοφόρααρδευόμενοςεξανάστροφααδαμαντόστικτοςχρίσηξυλοκοπανίζωενδεσμοςζυγιστικάκρυπτογραφώπαβιόνιώχου!εκτραχηλισμόςφλασκίδυχατέρα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit