μουνάρα

формы словаβ
μουνάρα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μουνάρα? —


ετερογαμίαπολιτιστικόςασυνάρμοστοςεπιτόπιοςκτηνοτροφίακαριόλααποσφουγγίζωκαμίνευσηζηλιαρόγατακαλαμπουρίστριαθαλασσινόσουπαυβριστικόςσαραντίζωλυσιτέλειαέκκριμαδιεκχύνωανάγελομάρτηςενεστώςοθόνηγεωλόγος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit