εξουσιαστικά

формы словаβ
εξουσιαστικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εξουσιαστικά? —


στιχουργόςαπομονώνωφτερουγώυποτονικότηταχυτόςαδικομάζωμαδέλταηλιοκεντρικόςφορτσαρισμένοςπροτείχισηπανδημίακραιπάληκαρροποιείοιδιοσυντήρητοςεπίκαυμασαγήνεμαγκρινιάρικοςαρκουδίζωκυοφορώεννεαμελήςμπογαζάρω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit