δακτυλάκι

формы словаβ
δακτυλάκι
το 1) пальчик;
2) мизинец;

===
          δέν κουνώ ούτε τό ~ μου — [phrase]даже пальцем не шевельнуть[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово пальчик? — δακτυλάκι
как на (ново)греческом будет слово мизинец? — δακτυλάκι
как с (ново)греческого переводится слово δακτυλάκι? — пальчик, мизинец


ασύμμαστοςμεταλαμπάδευσηγεράνιιπποπαραγωγόςφύλλωσιάραδιοτεχνίαπλάστιγγαπαραπληξίαψυχοσώστρααπολυμαντικόςενοικίασηανακαινιστήςαντιλάμπωοικίδιοσελλοποιόςεξιδιασμένοςστοιχειόβρυσούλαοινοπνευμάτωσιςπαθαίνωβρομόκαιρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit