ανοσοποιητικός

формы словаβ
ανοσοποιητικός
иммунизирующий ???


#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово иммунизирующий? — ανοσοποιητικός
как с (ново)греческого переводится слово ανοσοποιητικός? — иммунизирующий


αρρήμαχτοςμούτσοςκωλοπαιδαρέλιπλωρίζωαγριότηταπαρασπόραανακαλυπτικόςαντίμεμασυνεισφέρωμακροπρόθεσμαζάπλουτοςαπάνεμοςδιαβίωσηξυλοφάοςδυσχερήςαλληλοεξαπατώμαικατάστημασυναρπάζομαισχοινοκλίμαξδιηκριβωμένοςβροχοφόρος
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit