|
#(ново)греческий словарь как с (ново)греческого переводится слово σβουράκι? — — ομοδικία — συνοστέωση — βαρύχορδο — περσιστί — ημίκοσμο — χορδοτόνος — χιλιομέτρηση — έργο — ήμισυ — δαιμονιζόμενος — οδοντοκεραμεική — γαστροκνημία — αυτεπαγωγή — ατρόμαχτος — ξυλόφωνο — γκρενά — ενέδρα — αψίθυμος — ακωδικοποίητος — απόκρυφο — επιβραβεύω |
|||