αρχαιοκαπηλικός

формы словаβ
αρχαιοκαπηλικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αρχαιοκαπηλικός? —


συλλέκτηςτολμώμαιαβδελλωκόκκαλομπαμπόγεροςμερίξεμαλλιασμένοςαδενίτιςκρατερόςαλιευτήςαστέγαστοςτσιμπλιάζωαναδοσιάάθροισμαενεσπάρηνΛονδρέζοςασφράγιστοςποτήρικουτουλιάσουρομαδιέμαιεντομήπεριδέραιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit