προάλλες

формы словаβ
προάλλες
(οί) :
          τίς ~ — на днях, недавно



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προάλλες? —


ώθησηαπομωρώνωψηλάφησημανιακόςαλλιγάτοραςεμπειριοκρατικόςεπιτήδειααντίκειμαιπροτούεγκρατήςλιπαντέλαιοσυνεταιρίζομαιεκτίνωκράτοςσκλιμίτσαχιουμορίσταςκομπασολογιστικόςμπακιρώνωεπίτασηρεμβαστικός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit