αναρρώνω

формы словаβ
αναρρώνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αναρρώνω? —


οπισθάγκωναούτοςστρόφαλοκρατητάελαφρόγιομοςλειψανδρίακατασκόπευσηνόριαιταλιάνικοςισχαιμίαμοντάρισμαφιλόλογοςσόκινρανίςανεξαργύρωτοςιδέςεξετάσιμοςεξασθένωσιςεπιτόπιοςψαρήσιοςακαρύκευτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit