ισοπεδωτικός

формы словаβ
ισοπεδωτικός
уравнительный;
          ~ή διανομή — уравнительное распределение



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово уравнительный? — ισοπεδωτικός
как с (ново)греческого переводится слово ισοπεδωτικός? — уравнительный


ξυλαρμογήεκτατόνμονομηνιάτικαανάκαψημετάλλιοαναλφαβητικόςαυξητικάυπέδαφοςαναπηδώομόψυχαπρωτόζωααποθηκάριοςψίλωθρονδικαστήςευφημώσκληροπυρηνικόςμετρητικόςαφανίστραοργανογενήςπετροκέρασοδωδεκαρίτες




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit