βρόγχιο

формы словаβ
βρόγχιο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βρόγχιο? —


εμβρυοκτονίααζυμοςεπιτίθημιποιητάρηςανωτερότηταάφρωνπαράσημοασκιάστοςαπελευθερίαιταλιωτικόςαντρειωμένοςξυλοφάγοςαποχαυνωμένοςηθικόςμαυλάωαμώνωδιχοτομίαφαγγριστόςθειάφηδασερόςμαγνησιακός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit