σταυροπηγιακός

формы словаβ
σταυροπηγιακός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σταυροπηγιακός? —


πλακοστρωμένοςφυτρωμένοςματαιόδοξοςυπογειάραανύπαρκτοςνώτααναχασμιούμαιομοίωματουφεκιοφόροςακρωτήριανεπιτηρησίαξηραντήραςοινοπνευματοποιήσιμοςεκτύλιξηεπικόλλημααποφέρωπτυελοδόχηθεριστικόςκλειδοφύλαξεξηρτημένοςτρίχρονος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit