επανεξάγω

формы словаβ
επανεξάγω
(αόρ. επανεξήγαγον, паθ. αόρ. επανεξήχθην) реэкспортировать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово реэкспортировать? — επανεξάγω
как с (ново)греческого переводится слово επανεξάγω? — реэкспортировать


μελιτζανίαραμπάςασυνειδησίαΑγαθόφυτοάξυλοςσεχταριστικάαχαρτογράφητοςφαράντμετάγγισημούμιαδιαπορίααγωγιμότηταπροκήρυξηοιστρογονοθεραπείαταχείααμέθοδοςμονωτήραςμέρωμαφωτοθεραπείαανύπαρκτοςγαλήνη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit