καρδιαγγειογραφία

формы словаβ
καρδιαγγειογραφία



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καρδιαγγειογραφία? —


αρθρωτόςεσώψυχοςανεύθυνακλειδοκύμβαλλοκάρυονμυρμηκιώζυμωτήςπεριστεροτροφίαωρίμανσηεγκεφαλικόβροχήυδροστατικόςαιμαλωπίαεμμέλειατέλειοςανδρείκελοκαταποδιαστόςαντίπαλοςστραβολαίμηςεναλλακτικόςαγκάστρωτη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit