εκσπερματισμός

формы словаβ
εκσπερματισμός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εκσπερματισμός? —


συγκεκλιμένοςπροσφέρωτετράεδροενώπιονφινάλεχολαγωγόςσαρωτικόςγλαροπούλινεοεπιστρατευμένοςνερούλιασμααφηγηματικάκώχηκαταπροδίδωστηθάριψυχρόςτοιχοποιίαπλιθίάχολοςηγουμενείοαντισημίτιςτσελίκι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit