συντήκω

формы словаβ
συντήκω
(αόρ. συνέτηξα, παθ. αόρ. συνετήχθην и συνετάκην) сплавлять (металлы)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сплавлять? — συντήκω
как с (ново)греческого переводится слово συντήκω? — сплавлять


κόστοςσοσιαλδημοκράτισσααντιπαραβάλλωαδυνατούτσικοςεκατονταπλάσιοςυποδοχεύςανεμελιάαπαιδαγώγητοςλιανόςχρυσόσκονηέγγειοςκλειδωμένοςχρυσαφικόφυσιογνωστικόςράντζοαυγουστίνειοςμοσχομάγκαισπανιστίπαντοδύναμοςκοάζωσυνήγορος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit