εβλάβην

формы словаβ
εβλάβην
παθ. αόρ. от βλάπτω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εβλάβην? —


σοφράςπροσήμανσιςπρεζάκιεμαγιέπολυβασανισμένοςκαταισχύνωπτωτικόςκοινοτοπικόςτσουκάλακρασάτοςενεργούμαιλούστρομουστερίδισσασυμπαθητικόςδοκιμασίαατμήλατοςπεριαιρετόςευκατονόητοςυιοθεσίαύψιλονανατομικώς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit