αποσπόντα

формы словаβ
αποσπόντα
:
          από σπόντα — косвенно, намёком;
          μού τό (или τήν) έφερε αποσπόντα — [phrase]он мне намекнул на это[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αποσπόντα? —


περίσκεψηενδοδαπέδιοακροβολιστικάισχυρόςφαλαινοκαρχαρίαςαργεντίνικοςδυσεύρετοςανθρωπίζωμύτηαναργοςλουκέτοαυτοπροσώπωςβλαχοκαλύβαπωματίζωστύσηστηθόπονοςθέρμανσηαπόπτυσηυπερβάλλωστυφούτσικοςαρμάτωμα
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit