έδωκα

формы словаβ
έδωκα
αόρ. от δίδω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έδωκα? —


αποτύπωσηξυλογράφημαμοιρολογίστραετερόχρουςφαινακετίνηαφρεσκάριστοςαιμοβόροςσκύψιμογενεαλογώμοσκοβολιάστυππείονφάρσωμαυδραντλίασύμβασητροφαντόςαποθρασύνωαχρειόγλωσσοςκαλαμωτήσλαυικόςθεσμοφύλαξακαιγος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit