ξυλογραφία

формы словаβ
ξυλογραφία
η ксилография (искусство, оттиск, эстамп, гравюра)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово ксилография? — ξυλογραφία
как с (ново)греческого переводится слово ξυλογραφία? — ксилография


ραχιαλγίαπροσμοιάζωκαταγήςαχνένιοςφυτοζωίαπιδέξιοςαρδευτικόςπροσωποποιούμαικοψομεσιάζωλευκότητατρίμηνοςδιαμαρτύρομαικατακεραυνώνωμηχανουργικόςσυντηρώαναμόρφωσηφαταούλαςαπομένωντουζένικαύσοςανακέφαλος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit