ξεσηκώνομαι

формы словаβ
ξεσηκώνομαι
подниматься;
          ~ομαι στόν αγώνα — подниматься на борьбу



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово подниматься? — ξεσηκώνομαι
как с (ново)греческого переводится слово ξεσηκώνομαι? — подниматься


ροδιάρεβίθιπροξενήτριαμπεκρολόϊπροαναφερόμενοςκακοκαμωμένοςιερόςπάσχωκροταφικόςτακτοποίησησυνέχισηπηρόπουςφυσερόβιβλιοσυλλέκτηςοσμανικόςομολογούμαιπρόσχωσηρώγααγαπητικόςβρωμισμένοςτοπάζι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit