επαφέθην

формы словаβ
επαφέθην
αόρ. от επαφίεμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επαφέθην? —


απαγωγέαςκολλήγαςπλατυκεφαλίαταντάλιοσαρκίοεκθετικόςμουσικόςφαιοχίτωνεςαλγησηκοσμοβοήτουρκόγυφτοςαιματόστασιςαφουγκριέμαιφωτομέτρησηδιαμάσκαλαμοναστήςεπιφορτίζωγλαστερόςεσωκομματικόςλύτροάνοιξη





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit