φτηνά

формы словаβ
φτηνά
дёшево;

===
          ~ τή γλύτωσα — [phrase]я дёшево отделался[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дёшево? — φτηνά
как с (ново)греческого переводится слово φτηνά? — дёшево


στειροβότανοτιμονιέρισσαδιακοσμητικήφωσφόρισμαπολυανθρωπίαπαρεώβιτριόλιδιδακτορικόςαντίληψηρεβιζιονιστικόςαγδίκιωτοςφλέτουργοςεορταζόμενοςφιλοσοφικόςέγκρυπτοςκαμωματάςαπλημμύριστοςσφακιάυιικόςκυριακάτικοςεντοπιστικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit