αναρρωηκός

формы словаβ
αναρρωηκός
оздоровительный;
          ~ή άδεια — отпуск после болезни



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово оздоровительный? — αναρρωηκός
как с (ново)греческого переводится слово αναρρωηκός? — оздоровительный


απροσποίητοςεμπλουτιστικόςβουλευτοκρατίαστολαρχίαβολεύομαιπορθμείομορφινίζωαβίαστοςμιάμισημπεζερνώδεκήτομοςακούρνιαστοςπανηγυρήσιοςτραχειοβρογχικόςαντισταθμιστικόςυποκρούωμελισσόκομείοεπακολούθησηπροσαγόρευσηφκιαρίζωμονταζιέρα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit