μαλλιοκέφαλα

формы словаβ
μαλλιοκέφαλα
τα волосы (на голове);

===
          χρωστάω τά ~ά μου — [phrase]у меня долгов не счесть[/phrase];
          ξώδεψα τά ~ά μου — [phrase]я растратил, потратил уйму денег[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово волосы? — μαλλιοκέφαλα
как с (ново)греческого переводится слово μαλλιοκέφαλα? — волосы


δωδεκαετήςεκτοκύκλιοαδικεύωαρνητισμόςκουλτουριάρακατατάσσωζεματιστόςμίσχοςλειβαδήσιοςτετράμηνοςσυνδικαλιστήςεπιπροσθέτωβρυοειδήςαλληλοκαταγγέλλομαινεκροθήκηανθρακοφορτίονζερβιόςαλιείαεξωσχολικόςγεραιόςευγένεια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit