παλιομπεκρού

формы словаβ
παλιομπεκρού



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παλιομπεκρού? —


σάπφειροςλυτρωτικόςξινομυζήθρασπίτιγκέλλιθερμομέτρησημαντιλοδεμένοςαλογίσιοςγάλι-γάλιπαιδαγωγικόςζαχαροφάγοςαναχωρητήριοφωτογραμμετρίαανθυποφροντιστήςπαστεριωμένοςαπύλωτοςάχρωμοςυπεραισθητόςμουσειακόςβαποράκιζωγραφίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit