ευλογιακός

формы словаβ
ευλογιακός
оспенный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово оспенный? — ευλογιακός
как с (ново)греческого переводится слово ευλογιακός? — оспенный


παραξεκοντακιάζωενθουσιασμόςλεμφοκυτογόνοςΈσπεροςστελεχώνωανευσεβάστωςαπολυταρχίαξύστρισμακιτρινίλααεροστατικόςαστραψιάπαραπεμπτικόπολεμικόνεποπτείαεπίστεγοαδιάπλευστοςτάπιααντίπροχτεςζουζούναδιαφωτισμόςθρασεύω





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit