κυριακάτικ|ος

формы словаβ
κυριακάτικ|ος
1. воскресный;

2. :
          τά ~α — выходное платье



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово воскресный? — κυριακάτικος
как с (ново)греческого переводится слово κυριακάτικος? — воскресный


κρεμαστήραςμονόγραμμααγοράστριααλατοποιόςδιαφημιστικόπαλινορθώνωανεβαίνωανεφοδιασμόςεξήλθονμαντρώνωκιτρινίζωμηδαμινότηταζεστούτσικοςσεισμογραφικόςκαταχερίζωιστολογικόςγαγγραίνωμαδιαιτησίαμαρτυρολόγιοεπιδίδομαιλούνικ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit