ζώγρηση

формы словаβ
ζώγρηση
(-εως) η уст. захват в плен



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово захват в плен? — ζώγρηση
как с (ново)греческого переводится слово ζώγρηση? — захват в плен


αλαλάζωδωδεκαήμεροαγοθόπιστοςαπρομήθευταναύτηςαφθονώναργοζυγιάζωεπενδυτικόςτραπέζωμααλλαντίοσιςτραγουδιστικόςγουρουνάνθρωποςευαπόκτητοςστραβίζωξεμπροστιάζωκάκιωμασιβυλλικόςχαλικοπαγέςτοτέμοικογενειακότηταπιγκώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit