καρχαρίας

формы словаβ
καρχαρίας
ο прям., перен. акула;
           — оί ~ες καπιταλιστές акулы капитализма



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово акула? — καρχαρίας
как с (ново)греческого переводится слово καρχαρίας? — акула


μπαρκάρισμαινδοκινεζικόςιεροσύλημααναγκαστικώςυποσείωακαρπιάγαλακτοτροφίααδείπνητοςασυγκόλεστοςαμμοδόχοςδεξαμενόπλοιοπεριλαμβάνωμπατήρηςαγελαδοστάσιοσκιαζάρηςπονταδόροςχαϊμαλίεγκεντρίδαενυδρίδακαματάρισσαμυστικιστικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit