μακροπρόσωπ|ος

формы словаβ
μακροπρόσωπ|ος
длиннолицый



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово длиннолицый? — μακροπρόσωπος
как с (ново)греческого переводится слово μακροπρόσωπος? — длиннолицый


κρυφο-οξυανθρακικόςυπόψηαριστεροχειρίαπαξιμάδααναγελάστρανυχτερινόςαγνωρισιάτραπεζίτηςσπιθίζωαντισπασμωδικόςζαλικώνωοπισθογράφοςχαροκαίομαιαγωνιστικόςαλάσπωτοςαιλουροειδήξεπεταρούδινάφθακαΐλαςανταπεργός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit