αμάν

формы словаβ
αμάν
сжалься! пощади!


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αμάν? —


αρβυλοποιόςδιακολύμβησηκρυαίνωξαναπαντρεύωποπόςσαμαράκιτσατίζομαιξεμύγιασμααυτοπυρπόλησηθηκάριμερσινιάεγχυματογενήςλιθογνώμωναςζυμωταριάεγκλιμάτισηπαράλλαξιςφανέρωσηαρτιοδάκτυλοςποδόλουτροελαφήσιοςλεμφοκυτταρικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit