δασκαλίτσα

формы словаβ
δασκαλίτσα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δασκαλίτσα? —


θρύπτομαιαυτόθερμοςπορτοκαλιάμάρσιπποςκανονισμόςπρωταπριλιάτικοςπυρπολώραπίζωλακάωεθελοντήςπληκτικάγαγκάβαΑργεντινόςπασιφιστήςβογγώνεοσύστατοςκερδοσκοπώξεσαμαρώνωαπανωτιάζωξαράχνιασμαεσαεί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit